... ζήτησες εικόνες που, δεν χρειάζονται φωτό:Μικρό κουτοκο-ειδές ξύλινο καφέ (ξύλο πάνω, κάτω και πλαγίως). Τεράστια παράθυρα στην πρόσοψη -θολωμένα. Ξύλινα ράφια παντού, γεμάτα παραδοσιακά καφε-gadgets, (δεν είναι αλλά δείχνουν). Τέσσερα τραπεζάκια όλα και όλα, ψηλά. Η χαρακτηριστική κρεμάστρα για τις εφημερίδες. Ο πάγκος με τον υπάλληλο (ποδιά, ύφος ανάλογα της ... περίστασης) και πίσω του τα εκατομμύρια είδη καφέ. Και -φυσικά- η βιτρίνα με τις δακτυλογλυκουδιές. Και το άρωμα ... ταπ ... Άρωμα από αυτά που κολλάνε απευθείας πάνω στο νευρόνιο και σε ακολουθούν όλη μέρα ... Παραγγέλνεις, όχι espressάκι (πόσο να κρατήσει;), μπαινοβγαίνει κόσμος (και το αντίστοιχο κύμα παγωνιάς), μέσα έχει ζέστη ... μουσική ανύπαρκτη ... και άχρηστη!
Και για να μην αδικήσω κάτι, πάρε άλλη μια εικόνα:
Παλαιά Εθνική οδός, μέση-Λεβεντογέννας μεριά. Off-road κουτουκο-μαγαζάκι. Nothing much όλη η κατασκευή, θέα όλος ο κάμπος όμως -μέχρι τη θάλασσα (ΤΟ αυτόματο ζεν). Δυο τρεις παρέες, οι περισσότεροι γείτονες και κάποιοι που χάθηκαν (ευχάριστα). Μυρωδιά αυτή του αντικριστού, τίποτα ιδιαίτερο σε αυτή τη μεριά του πλανήτη. Ο μαγαζάτορας λιγομίλητος, δεν παίρνει παραγγελίες: "κόβει την παρέα" και φέρνει! Τίποτα ιδιαίτερο ΚΑΙ μέχρι εκεί (εκτός της θέας που κόβει ανάσα) ... 'Οταν έρχονται τα πιάτα όμως, ξεχνάς τον Jamie. Μικρές εκπλήξεις που έρχονται στον χαλαρό ρυθμό που σου επιβάλει ο μαγαζάτορας, παρέα με καλό (!!!;;;) κρασάκι. Υλικά που αναρωτιέσαι πόσο ενδημικά του νησιού θα μπορούσε να είναι, λιτά συνδυασμένα με την "παράδοση" στη γεύση. Ο μαγαζάτορας, λιγομίλητος είπαμε, αλλά αν τον προσέξει κανείς περιμένει διακριτικά την αντίδραση μετά από κάθε πιάτο -και καθορίζει το παιχνίδι και τους ρυθμούς του. Σε λίγο έχεις απλά παραδοθεί. Και οι γεύσεις, σκέτη φαντασία που τελειώνει με πηκτή ρακή και γλυκό του κουταλιού ...
[καλά, θα βγάλω -αν προλάβω- και φωτό!]





α















